la fois
fois
fwa
fva
noixemmavoiejoie

Ορισμός και σημασία του "fois"στα γαλλικά

01

φορά, περίσταση

occurrence simultanée ou équivalente d'événements 
la fois definition and meaning
Παραδείγματα
Ils sont arrivés à la fois. 

Έφτασαν ταυτόχρονα.

02

φορά, περίσταση

occurrence d'un événement dans une série 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
fois
Παραδείγματα
Je l'ai vu trois fois cette semaine. 

Τον είδα τρεις φορές αυτή την εβδομάδα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store