fiable
fiable
fjɑ:bl
fyaabl
friablefablefaible

Ορισμός και σημασία του "fiable"στα γαλλικά

01

αξιόπιστος, αξιόπιστος

qui peut être considéré comme digne de confiance, sûr ou stable 
fiable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus fiable
συγκριτικός βαθμός
plus fiable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
fiable
αρσενικό πληθυντικό
fiables
θηλυκό ενικό
fiable
θηλυκό πληθυντικό
fiables
θεματικό πεδίο
personne, relation, qualité
Παραδείγματα
C'est un ami fiable sur qui je peux compter. 

Είναι ένας αξιόπιστος φίλος στον οποίο μπορώ να βασιστώ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store