Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
feuilleter
01
ξεφυλλίζω, περιηγούμαι γρήγορα
regarder rapidement un livre ou un magazine en tournant les pages sans tout lire
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
feuillette
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
feuilletons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
feuilleterai
ενεστώτα μετοχή
feuilletant
παθητική μετοχή
feuilleté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
feuilletions
Παραδείγματα
Elle feuillette souvent des albums photos.
Συχνά ξεφυλλίζει άλμπουμ φωτογραφιών.



























