Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le face-à-face
01
άμεση συζήτηση, προσωπική αντιπαράθεση
rencontre directe entre deux personnes ou deux groupes pour discuter ou débattre
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
face-à-face
Παραδείγματα
Le face-à-face permet d' échanger directement des opinions.
Η προσωπική συνάντηση επιτρέπει την άμεση ανταλλαγή απόψεων.
02
μετωπική σύγκρουση, απευθείας σύγκρουση
collision directe ou affrontement physique entre deux véhicules ou personnes
Παραδείγματα
Le face-à-face imprévu a surpris tous les conducteurs sur la route.
Το απρόσμενο συμβάν εξέπληξε όλους τους οδηγούς στο δρόμο.



























