Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'exploit
[gender: masculine]
01
κατόρθωμα, επίτευγμα
action remarquable ou réussie, souvent difficile
Παραδείγματα
Ils ont réussi un exploit historique.
Πέτυχαν ένα ιστορικό κατόρθωμα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
κατόρθωμα, επίτευγμα