l'excitation
excitation
ɛksitasjɔ̃
eksitasyaw
exultationexaltationexcavation

Ορισμός και σημασία του "excitation"στα γαλλικά

01

διέγερση, ενθουσιασμός

état d'enthousiasme, d'agitation ou d'énergie intense, souvent lié à un événement ou une anticipation 
l'excitation definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Les enfants étaient remplis d'excitation avant le spectacle. 

Τα παιδιά ήταν γεμάτα ενθουσιασμό πριν από την παράσταση.

Λεξικό Δέντρο

excitation
excite
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store