Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exaspérant
01
εξοργιστικός, ενοχλητικός
qui provoque irritation, frustration ou agacement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus exaspérant
συγκριτικός βαθμός
plus exaspérant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
exaspérant
αρσενικό πληθυντικό
exaspérants
θηλυκό ενικό
exaspérante
θηλυκό πληθυντικό
exaspérantes
Παραδείγματα
Les embouteillages sont exaspérants chaque matin.
Τα μποτιλιάρισματα είναι εκνευριστικά κάθε πρωί.



























