Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exact
01
ακριβής, σωστός
conforme à la vérité ou à la réalité, sans erreur
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus exact
συγκριτικός βαθμός
plus exact
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
exact
αρσενικό πληθυντικό
exacts
θηλυκό ενικό
exacte
θηλυκό πληθυντικό
exactes
Παραδείγματα
Ta réponse est exacte.
Η απάντησή σου είναι ακριβής.
02
ακριβής, ακριβής
rigoureusement conforme à la réalité, sans la moindre erreur
Παραδείγματα
L'heure exacte est 14h35 et 12 secondes.
Η ακριβής ώρα είναι 14:35 και 12 δευτερόλεπτα.
03
ακριβής, ακριβής
qui arrive toujours à l'heure, ponctuel
Παραδείγματα
Mon professeur est toujours exact.
Ο δάσκαλός μου είναι πάντα ακριβής.
04
ακριβής, ακριβής
qui représente une valeur mathématique sans approximation ni erreur
Παραδείγματα
√4 donne un résultat exact (2).
√4 δίνει ένα ακριβές αποτέλεσμα (2).
exact
01
Ακριβώς!, Σωστά!
marque une confirmation forte ou un accord total
Παραδείγματα
Tu as dit 15h30 ? - Exact !
Είπες 15:30; - Ακριβώς!
Λεξικό Δέντρο
exactitude
inexact
exact



























