Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exact
01
ακριβής, σωστός
conforme à la vérité ou à la réalité, sans erreur
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus exact
συγκριτικός βαθμός
plus exact
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
exact
αρσενικό πληθυντικό
exacts
θηλυκό ενικό
exacte
θηλυκό πληθυντικό
exactes
Παραδείγματα
Mon calcul s' est avéré exact.
Ο υπολογισμός μου αποδείχθηκε ακριβής.
02
ακριβής, ακριβής
rigoureusement conforme à la réalité, sans la moindre erreur
Παραδείγματα
Son calcul s' est révélé exact à 100 %.
Ο υπολογισμός του αποδείχθηκε ακριβής στο 100%.
03
ακριβής, ακριβής
qui arrive toujours à l'heure, ponctuel
Παραδείγματα
Malgré la circulation, il est resté exact.
Παρά την κυκλοφορία, παρέμεινε ακριβής.
04
ακριβής, ακριβής
qui représente une valeur mathématique sans approximation ni erreur
Παραδείγματα
π est un nombre irrationnel sans représentation décimale exacte.
Το π είναι ένας άρρητος αριθμός χωρίς ακριβή δεκαδική αναπαράσταση.
exact
01
Ακριβώς!, Σωστά!
marque une confirmation forte ou un accord total
Παραδείγματα
Le dernier modèle sorti en 2023 ? - Exact !
Το τελευταίο μοντέλο που κυκλοφόρησε το 2023; - Ακριβώς!
Λεξικό Δέντρο
exactitude
inexact
exact



























