Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exagérer
01
υπερβάλλω, μεγαλοποιώ
présenter quelque chose comme plus grand, plus important ou plus grave qu'il ne l'est vraiment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
exagère
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
exagérons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
exagérerai
ενεστώτα μετοχή
exagérant
παθητική μετοχή
exagéré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
exagérions
Παραδείγματα
Ils exagèrent l' importance de ce détail.
Υπερβάλλουν τη σημασία αυτής της λεπτομέρειας.
02
υπερβάλλω, ξεπερνώ τα όρια
aller trop loin dans une action, dépasser la mesure
Παραδείγματα
Ils exagèrent en mangeant trop de fast - food.
Υπερβάλλουν τρώγοντας πάρα πολύ fast food.



























