Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exagérer
01
υπερβάλλω, μεγαλοποιώ
présenter quelque chose comme plus grand, plus important ou plus grave qu'il ne l'est vraiment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
exagère
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
exagérons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
exagérerai
ενεστώτα μετοχή
exagérant
παθητική μετοχή
exagéré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
exagérions
Παραδείγματα
Il exagère toujours ses histoires pour impressionner ses amis.
Πάντα υπερβάλλει τις ιστορίες του για να εντυπωσιάσει τους φίλους του.
02
υπερβάλλω, ξεπερνώ τα όρια
aller trop loin dans une action, dépasser la mesure
Παραδείγματα
Il ne faut pas exagérer avec le sucre dans le café.
Δεν πρέπει να υπερβάλλουμε με τη ζάχαρη στον καφέ.



























