Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
essentiel
01
ουσιώδης, βασικός
qui est nécessaire, principal ou vital
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus essentiel
συγκριτικός βαθμός
plus essentiel
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
essentiel
αρσενικό πληθυντικό
essentiels
θηλυκό ενικό
essentielle
θηλυκό πληθυντικό
essentielles
Παραδείγματα
Il a souligné les points essentiels du discours.
02
απαραίτητος, ουσιώδης
qui est requis ou absolument nécessaire
Παραδείγματα
Le respect des règles est essentiel pour la sécurité.
Ο σεβασμός των κανόνων είναι απαραίτητος για την ασφάλεια.
L'essentiel
[gender: masculine]
01
το βασικό, το κύριο σημείο
la chose ou l'élément fondamental dans une situation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Il faut se concentrer sur l' essentiel pour réussir.
Πρέπει να επικεντρωθείτε στο βασικό για να επιτύχετε.
02
τα απαραίτητα, το ουσιώδες
ce qui est nécessaire pour vivre ou pour une activité
Παραδείγματα
L' essentiel du matériel est déjà prêt pour le chantier.
Το βασικό μέρος του υλικού είναι ήδη έτοιμο για το εργοτάξιο.
03
το ουσιαστικό, η πλειοψηφία
ce qui constitue la majorité ou la partie principale de quelque chose
Παραδείγματα
L' essentiel des problèmes a été résolu.
Το βασικό μέρος των προβλημάτων έχει λυθεί.



























