l'essayiste

Ορισμός και σημασία του "essayiste"στα γαλλικά

01

δοκιμιογράφος, συγγραφέας δοκιμίων

écrivain qui rédige des textes développant une réflexion personnelle ou critique sur un sujet 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
essayistes
αρσενικό ενικό
essayiste
θηλυκό ενικό
essayiste
Παραδείγματα
L'essayiste a publié un essai sur la démocratie contemporaine. 

Ο δοκιμιογράφος δημοσίευσε ένα δοκίμιο για τη σύγχρονη δημοκρατία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store