Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'essayiste
[gender: masculine]
01
δοκιμιογράφος, συγγραφέας δοκιμίων
écrivain qui rédige des textes développant une réflexion personnelle ou critique sur un sujet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
essayistes
Παραδείγματα
Les essais de cet essayiste sont étudiés dans les universités.
Τα δοκίμια αυτού του δοκιμιογράφου μελετώνται στα πανεπιστήμια.



























