Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'esquisse
01
σκίτσο, προσχέδιο
dessin ou peinture rapide servant de préparation ou d'étude pour une œuvre plus élaborée
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
esquisses
Παραδείγματα
L'artiste a réalisé une esquisse avant de commencer le tableau final.
Ο καλλιτέχνης έκανε ένα σκίτσο πριν ξεκινήσει τον τελικό πίνακα.
02
υπόδειξη
trace, indice ou premier signe d'une idée, d'un projet ou d'un phénomène
Παραδείγματα
L'esquisse de solution au problème est déjà visible.
Το σκίτσο της λύσης του προβλήματος είναι ήδη ορατό.



























