Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
esquisser
01
σκιαγραφώ, κάνω πρόχειρο σχέδιο
dessiner de façon rapide et incomplète pour donner une première forme
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
esquisse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
esquissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
esquisserai
παθητική μετοχή
esquissé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
esquissions
Παραδείγματα
La dessinatrice a esquissé une silhouette féminine.
Η εικονογράφος σκιαγράφησε μια γυναικεία σιλουέτα.
02
σκιαγραφώ, υπονοώ
amorcer un mouvement sans le réaliser complètement
Παραδείγματα
Elle a esquissé un signe de la main.
Σκιαγράφησε μια χειρονομία.



























