Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
esquisser
01
σκιαγραφώ, κάνω πρόχειρο σχέδιο
dessiner de façon rapide et incomplète pour donner une première forme
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
esquisse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
esquissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
esquisserai
παθητική μετοχή
esquissé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
esquissions
Παραδείγματα
L'artiste a esquissé le portrait en quelques minutes.
Ο καλλιτέχνης σκιαγράφησε το πορτρέτο σε λίγα λεπτά.
02
σκιαγραφώ, υπονοώ
amorcer un mouvement sans le réaliser complètement
Παραδείγματα
Il a esquissé un sourire timide.
Αυτός σκίτσαρε ένα ντροπαλό χαμόγελο.



























