Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
essayer
01
προσπαθώ, δοκιμάζω
faire un effort pour réussir ou pour faire quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
essaie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
essayons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
essaierai
ενεστώτα μετοχή
essayant
παθητική μετοχή
essayé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
essayions
Παραδείγματα
Peux - tu essayer de parler plus lentement ?
Μπορείς να προσπαθήσεις να μιλάς πιο αργά;
02
δοκιμάζω
mettre ou utiliser quelque chose pour voir si cela convient ou marche
Παραδείγματα
Il est important d' essayer les chaussures avant de les choisir.
Είναι σημαντικό να δοκιμάσετε τα παπούτσια πριν τα επιλέξετε.
03
δοκιμάζω, αποπειρώμαι
tenter de faire une activité nouvelle pour la première fois
Παραδείγματα
Ils se sont essayés à l' écriture de poèmes.
Δοκίμασαν να γράψουν ποιήματα.



























