Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
envisager
01
συλλογίζομαι, λαμβάνω υπόψη
penser à quelque chose comme possibilité ou projet, considérer une action ou une solution
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
envisage
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
envisageons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
envisagerai
ενεστώτα μετοχή
envisageant
παθητική μετοχή
envisagé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
envisagions
Παραδείγματα
Il envisage de changer de travail l'année prochaine.
Αυτός envisage να αλλάξει δουλειά το επόμενο έτος.



























