enveloppé
enveloppé
ɑ̃vəlɔpe
aavēlawpe

Ορισμός και σημασία του "enveloppé"στα γαλλικά

enveloppé
01

τυλιγμένος, περικυκλωμένος

entouré de tous côtés 
enveloppé definition and meaning
Παραδείγματα
Il se sentit enveloppé par la chaleur de l'accueil. 

Ένιωσε τυλιγμένος από τη ζεστασιά της υποδοχής.

02

στρουμπουλός, παχουλός

qui a un corps rond et un peu gras 
enveloppé definition and meaning
Παραδείγματα
Le bébé a des joues enveloppées et adorables. 

Το μωρό έχει στρογγυλά και αξιολάτρευτα μάγουλα.

03

τυλιγμένος, καλυμμένος

recouvert ou entouré complètement par quelque chose 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus enveloppé
συγκριτικός βαθμός
plus enveloppé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
enveloppé
αρσενικό πληθυντικό
enveloppés
θηλυκό ενικό
enveloppée
θηλυκό πληθυντικό
enveloppées
Παραδείγματα
La momie était enveloppée de bandelettes. 

Η μούμια ήταν τυλιγμένη σε επίδεσμους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store