Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entêté
01
πεισματάρης, ισχυρογνώμων
qui refuse d'écouter les autres ou de changer d'avis
Παραδείγματα
Un collègue entêté peut compliquer le travail en équipe.
Ένας πεισματάρης συνάδελφος μπορεί να περιπλέξει την ομαδική εργασία.



























