Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entêté
01
πεισματάρης, ισχυρογνώμων
qui refuse d'écouter les autres ou de changer d'avis
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus entêté
συγκριτικός βαθμός
plus entêté
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
entêté
αρσενικό πληθυντικό
entêtés
θηλυκό ενικό
entêtée
θηλυκό πληθυντικό
entêtées
Παραδείγματα
Il est entêté et ne veut jamais admettre ses erreurs.
Είναι πεισματάρης και ποτέ δεν θέλει να παραδεχτεί τα λάθη του.



























