entrer
entrer
ɑ̃tʁe
aatre
entierenterrerencrer

Ορισμός και σημασία του "entrer"στα γαλλικά

entrer
01

μπαίνω, εισέρχομαι

passer d'un endroit extérieur à un endroit intérieur 
entrer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
entre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
entrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
entrerai
ενεστώτα μετοχή
entrant
παθητική μετοχή
entré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
entrions
Παραδείγματα
Il est entré dans la salle de classe. 

Μπήκε στην τάξη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store