Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entreprendre
01
αναλαμβάνω, ξεκινώ
commencer ou se lancer dans une action ou un projet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
entreprends
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
entrepreneons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
entreprendrai
ενεστώτα μετοχή
entreprenant
παθητική μετοχή
entrepris
α΄ πληθυντικό παρατατικού
entrepreneions
Παραδείγματα
Il a entrepris la rénovation de sa maison.
Ξεκίνησε την ανακαίνιση του σπιτιού του.



























