l'entourage
entourage
ɑ̃tuʁaʒ
aatoorazh
entoilage

Ορισμός και σημασία του "entourage"στα γαλλικά

01

κοντινός κύκλος, περιβάλλον

les personnes proches d'une autre (famille, amis, collègues) qui l'accompagnent ou l'influencent 
l'entourage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Son entourage l'a soutenu pendant sa maladie. 

Το περιβάλλον του τον υποστήριξε κατά τη διάρκεια της ασθένειάς του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store