Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entrer
01
μπαίνω, εισέρχομαι
passer d'un endroit extérieur à un endroit intérieur
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
entre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
entrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
entrerai
ενεστώτα μετοχή
entrant
παθητική μετοχή
entré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
entrions
Παραδείγματα
Il est entré dans le bureau sans frapper.
Μπήκε στο γραφείο χωρίς να χτυπήσει.



























