l'entrée
entrée
ɑ̃tʁe
aatre
entre

Ορισμός και σημασία του "entrée"στα γαλλικά

01

ορεκτικό, πρόχειρο

plat servi avant le plat principal dans un repas 
l'entrée definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
entrées
Παραδείγματα
Nous avons choisi une salade en entrée. 

Επιλέξαμε μια σαλάτα ως ορεκτικό.

02

είσοδος, πρόσβαση

endroit par où on pénètre dans un lieu 
l'entrée definition and meaning
Παραδείγματα
L'entrée principale est fermée pour travaux. 

Η κύρια είσοδος είναι κλειστή για εργασίες.

03

είσοδος, πρόσβαση

action ou droit de pénétrer dans un lieu 
l'entrée definition and meaning
Παραδείγματα
L'entrée est gratuite pour les enfants. 

Η είσοδος είναι δωρεάν για τα παιδιά.

04

εισιτήριο εισόδου, εισιτήριο

billet donnant droit d'accès à un lieu 
Παραδείγματα
J'ai acheté deux entrées pour le concert. 

Αγόρασα δύο εισιτήρια εισόδου για το συναυλία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store