Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'entretien
[gender: masculine]
01
συνέντευξη, δομημένη συζήτηση
conversation structurée, souvent pour un travail ou une admission
Παραδείγματα
Il faut bien se préparer avant un entretien d' embauche.
Πρέπει να προετοιμαστεί καλά πριν από μια συνέντευξη εργασίας.
02
συντήρηση, φροντίδα
soin apporté pour conserver un objet, un lieu ou une machine en bon état
Παραδείγματα
Ce service s' occupe de l' entretien des locaux.
Αυτή η υπηρεσία αναλαμβάνει τη συντήρηση των κτιρίων.
03
συντήρηση, επισκευή
actions de réparation ou restauration d'un objet, bâtiment, machine, etc.
Παραδείγματα
Les travaux d' entretien ont duré plusieurs jours.
Τα έργα συντήρησης διήρκεσαν αρκετές ημέρες.



























