Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'entretien
01
συνέντευξη, δομημένη συζήτηση
conversation structurée, souvent pour un travail ou une admission
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
entretien
Παραδείγματα
J'ai un entretien pour un poste demain matin.
Έχω μια συνέντευξη για μια θέση αύριο το πρωί.
02
συντήρηση, φροντίδα
soin apporté pour conserver un objet, un lieu ou une machine en bon état
Παραδείγματα
L'entretien de la voiture est essentiel pour sa durée de vie.
Η συντήρηση του αυτοκινήτου είναι απαραίτητη για τη διάρκεια ζωής του.
03
συντήρηση, επισκευή
actions de réparation ou restauration d'un objet, bâtiment, machine, etc.
Παραδείγματα
L'entretien de la chaudière a été fait ce matin.
Η συντήρηση του λέβητα έγινε σήμερα το πρωί.



























