Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'enthousiasme
[gender: masculine]
01
ενθουσιασμός, ζήλος
grande émotion joyeuse ou énergie positive face à une personne, une activité ou une idée
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Malgré les difficultés, elle garde son enthousiasme.
Παρά τις δυσκολίες, διατηρεί τον ενθουσιασμό της.



























