Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'enthousiasme
01
ενθουσιασμός, ζήλος
grande émotion joyeuse ou énergie positive face à une personne, une activité ou une idée
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Les enfants ont montré beaucoup d'enthousiasme pendant le voyage.
Τα παιδιά έδειξαν πολύ ενθουσιασμό κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.



























