Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enterrer
01
θάβω, ενταφιάζω
mettre un corps dans une tombe
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
enterre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
enterrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
enterrerai
ενεστώτα μετοχή
enterrant
παθητική μετοχή
enterré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
enterrions
Παραδείγματα
La municipalité enterre les animaux morts.
Ο δήμος θάβει τα νεκρά ζώα.
02
θάβω, κρύβω κάτω από τη γη
cacher ou placer quelque chose sous la terre
Παραδείγματα
Les archéologues ont trouvé des objets enterrés depuis des siècles.
Οι αρχαιολόγοι βρήκαν αντικείμενα θαμμένα για αιώνες.
03
θάβω, κρύβω
faire oublier volontairement quelque chose
Παραδείγματα
La société enterre souvent les erreurs du passé.
Η κοινωνία συχνά θάβει τα λάθη του παρελθόντος.



























