Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enterrer
01
θάβω, ενταφιάζω
mettre un corps dans une tombe
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
enterre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
enterrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
enterrerai
ενεστώτα μετοχή
enterrant
παθητική μετοχή
enterré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
enterrions
Παραδείγματα
On a enterré grand-père près de l'église.
Θάψαμε τον παππού κοντά στην εκκλησία.
02
θάβω, κρύβω κάτω από τη γη
cacher ou placer quelque chose sous la terre
Παραδείγματα
Les pirates ont enterré le trésor sur cette île.
Οι πειρατές έθαψαν τον θησαυρό σε αυτό το νησί.
03
θάβω, κρύβω
faire oublier volontairement quelque chose
Παραδείγματα
Le gouvernement a enterré ce scandale.
Η κυβέρνηση έθαψε αυτό το σκάνδαλο.



























