l'entendement
Pronunciation
/ɑ̃tɑ̃dmˈɑ̃/

Ορισμός και σημασία του "entendement"στα γαλλικά

L'entendement
[gender: masculine]
01

κατανόηση,νοητική ικανότητα, فهم

capacité de comprendre, de raisonner ou de saisir des idées
l'entendement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
La philosophie stimule l' entendement.
Η φιλοσοφία διεγείρει την κατανόηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store