Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'entendement
[gender: masculine]
01
κατανόηση,νοητική ικανότητα, فهم
capacité de comprendre, de raisonner ou de saisir des idées
Παραδείγματα
La philosophie stimule l' entendement.
Η φιλοσοφία διεγείρει την κατανόηση.



























