enseigner
enseigner
ɑ̃sɛɲe
aasenie

Ορισμός και σημασία του "enseigner"στα γαλλικά

enseigner
01

διδάσκω, εκπαιδεύω

transmettre des connaissances ou des compétences à quelqu'un 
enseigner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
enseigne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
enseignons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
enseignerai
ενεστώτα μετοχή
enseignant
παθητική μετοχή
enseigné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
enseignions
Παραδείγματα
Elle enseigne les mathématiques à l'université. 

Αυτή διδάσκει μαθηματικά στο πανεπιστήμιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store