Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enrhumé
01
κρυωμένος, με κρυολόγημα
qui a un rhume, affecté par une infection nasale
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus enrhumé
συγκριτικός βαθμός
plus enrhumé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
enrhumé
αρσενικό πληθυντικό
enrhumés
θηλυκό ενικό
enrhumée
θηλυκό πληθυντικό
enrhumées
Παραδείγματα
On reconnaît un enfant enrhumé à son nez rouge.
Αναγνωρίζεις ένα παιδί κρυωμένο από την κόκκινη μύτη του.



























