Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enivrant
01
μεθυστικός, ζαλιστικός
qui produit une sensation d'ivresse
Παραδείγματα
Un cocktail trop sucré peut être enivrant rapidement.
Ένα πολύ γλυκό κοκτέιλ μπορεί γρήγορα να γίνει μεθυστικό.
02
μεθυστικός, εξαιρετικός
qui provoque une forte impression agréable, exaltante ou envoûtante
Παραδείγματα
Le parfum enivrant de la vanille remplissait la pièce.
Το μεθυστικό άρωμα της βανίλιας γέμισε το δωμάτιο.



























