l'empereur
em
ɑ̃
α
pereur
pʁœʁ
πρœρ

Ορισμός και σημασία του "empereur"στα γαλλικά

01

αυτοκράτορας, ανώτατος κυβερνήτης μιας αυτοκρατορίας

souverain d'un empire, détenteur du pouvoir suprême 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
empereurs
αρσενικό ενικό
empereur
θηλυκό ενικό
impératrice
neutral form
souverain
Παραδείγματα
L'empereur romain dirigeait un vaste territoire. 

Ο ρωμαίος αυτοκράτορας κυβερνούσε μια τεράστια επικράτεια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store