Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
emménager
01
μετακομίζω, εγκαθίσταμαι
installer ses affaires dans une nouvelle maison ou un nouvel appartement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
emménage
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
emménageons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
emménagerai
ενεστώτα μετοχή
emménageant
παθητική μετοχή
emménagé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
emménagions
Παραδείγματα
Après avoir emménagé, ils ont décoré toutes les pièces.
Μετά την μετακόμιση, διακόσμησαν όλα τα δωμάτια.
02
équiper un logement avec des meubles et des installations
Παραδείγματα
Les propriétaires emménagent les chambres pour les locataires.



























