Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'emblème
[gender: masculine]
01
έμβλημα, σύμβολο
un symbole ou une image qui représente une idée, un pays ou une organisation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
emblèmes
Παραδείγματα
Ce drapeau porte l' emblème de la liberté.
Αυτή η σημαία φέρει το έμβλημα της ελευθερίας.



























