Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
embaucher
01
προσλαμβάνω, απασχολώ
recruter quelqu'un pour un travail
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
embauche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
embauchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
embaucherai
ενεστώτα μετοχή
embauchant
παθητική μετοχή
embauché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
embauchions
Παραδείγματα
L'entreprise a embauché dix nouveaux employés.
Η εταιρεία προσέλαβε δέκα νέους υπαλλήλους.
02
προσλαμβάνω, απασχολώ
donner un travail ou une tâche à quelqu'un
Παραδείγματα
Le chef a embauché son équipe sur un nouveau projet.
Ο προϊστάμενος προσέλαβε την ομάδα του για ένα νέο έργο.
03
αρχίζω να δουλεύω, ξεκινώ τη δουλειά
commencer à travailler dans un emploi
Παραδείγματα
J'embauche demain dans une nouvelle entreprise.
Αύριο αρχίζω να δουλεύω σε μια νέα εταιρεία.



























