Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
embarrassant
01
αμήχανος, ενοχλητικός
qui provoque de la gêne, de l'inconfort ou de l'embarras
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus embarrassant
συγκριτικός βαθμός
plus embarrassant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
embarrassant
αρσενικό πληθυντικό
embarrassants
θηλυκό ενικό
embarrassante
θηλυκό πληθυντικό
embarrassantes
Παραδείγματα
C'était un moment très embarrassant pour tout le monde.
Ήταν μια πολύ αμήχανη στιγμή για όλους.
02
άβολος, δύσκολος
qui gêne ou empêche facilement le mouvement ou l'action
Παραδείγματα
Ce sac lourd est embarrassant à transporter.
Αυτή η βαριά τσάντα είναι ενοχλητική να μεταφέρεται.
03
δύσκολος, προβληματικός
qui est difficile à gérer ou à résoudre
Παραδείγματα
C'était un problème embarrassant pour toute l'équipe.
Ήταν ένα ενοχλητικό πρόβλημα για όλη την ομάδα.



























