Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'elfe
[gender: masculine]
01
ξωτικό, νεράιδα
être imaginaire, souvent représenté comme petit, gracieux et doté de pouvoirs magiques dans les contes et légendes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
elfes
Παραδείγματα
Les elfes vivent dans un monde imaginaire rempli de magie.
Οι ξωτικά ζουν σε ένα φανταστικό κόσμο γεμάτο μαγεία.



























