Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dévoué
01
αφιερωμένος, προορισμένος
réservé à un usage spécifique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dévoué
αρσενικό πληθυντικό
dévoués
θηλυκό ενικό
dévouée
θηλυκό πληθυντικό
dévouées
Παραδείγματα
Ce bâtiment est consacré à la recherche.
Αυτό το κτίριο είναι αφιερωμένο στην έρευνα.
02
αφοσιωμένος, αφιερωμένος
qui se sacrifie pour une personne ou une cause
Παραδείγματα
C'est une infirmière dévouée à ses patients.
Είναι μια νοσοκόμα αφοσιωμένη στους ασθενείς της.



























