Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dévoué
01
αφιερωμένος, προορισμένος
réservé à un usage spécifique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dévoué
αρσενικό πληθυντικό
dévoués
θηλυκό ενικό
dévouée
θηλυκό πληθυντικό
dévouées
Παραδείγματα
Des ressources consacrées au développement.
Πόροι αφιερωμένοι στην ανάπτυξη.
02
αφοσιωμένος, αφιερωμένος
qui se sacrifie pour une personne ou une cause
Παραδείγματα
Elle reste dévouée malgré les épreuves.
Παραμένει αφοσιωμένη παρά τις δυσκολίες.



























