dévoiler
dévoiler
devwale
devvale

Ορισμός και σημασία του "dévoiler"στα γαλλικά

dévoiler
01

αποκαλύπτω, αποκαλύπτω

révéler quelque chose de caché ou secret 
dévoiler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dévoile
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dévoilons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
dévoilerai
ενεστώτα μετοχή
dévoilant
παθητική μετοχή
dévoilé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dévoilions
Παραδείγματα
Le directeur a dévoilé les plans de la nouvelle usine. 

Ο διευθυντής αποκάλυψε τα σχέδια για το νέο εργοστάσιο.

02

αφαιρώ το πέπλο, αποκαλύπτω

enlever un voile ou une couverture physique 
dévoiler definition and meaning
Παραδείγματα
Le maire a dévoilé la nouvelle statue de la place. 

Ο δήμαρχος αποκάλυψε το νέο άγαλμα της πλατείας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store