Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dévoiler
01
αποκαλύπτω, αποκαλύπτω
révéler quelque chose de caché ou secret
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dévoile
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dévoilons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
dévoilerai
ενεστώτα μετοχή
dévoilant
παθητική μετοχή
dévoilé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dévoilions
Παραδείγματα
Elle a dévoilé ses sentiments dans une lettre émouvante.
Αυτή αποκάλυψε τα συναισθήματά της σε ένα συγκινητικό γράμμα.
02
αφαιρώ το πέπλο, αποκαλύπτω
enlever un voile ou une couverture physique
Παραδείγματα
Le musée dévoile une momie égyptienne demain.
Το μουσείο αποκαλύπτει μια αιγυπτιακή μούμια αύριο.



























