Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dévoiler
01
αποκαλύπτω, αποκαλύπτω
révéler quelque chose de caché ou secret
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dévoile
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dévoilons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
dévoilerai
ενεστώτα μετοχή
dévoilant
παθητική μετοχή
dévoilé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dévoilions
Παραδείγματα
Le directeur a dévoilé les plans de la nouvelle usine.
Ο διευθυντής αποκάλυψε τα σχέδια για το νέο εργοστάσιο.
02
αφαιρώ το πέπλο, αποκαλύπτω
enlever un voile ou une couverture physique
Παραδείγματα
Le maire a dévoilé la nouvelle statue de la place.
Ο δήμαρχος αποκάλυψε το νέο άγαλμα της πλατείας.



























