détériorer
Pronunciation
/deteʁjɔʁˈe/

Ορισμός και σημασία του "détériorer"στα γαλλικά

détériorer
01

χειροτερεύω, βλάπτω

causer des dommages matériels ou fonctionnels à un objet ou un lieu
détériorer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
détériore
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
détériorons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
détériorerai
ενεστώτα μετοχή
détériorant
παθητική μετοχή
détérioré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
détériorions
Παραδείγματα
Ils ont détérioré le matériel en l' utilisant mal.
Κατέστρεψαν τον εξοπλισμό χρησιμοποιώντας τον λανθασμένα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store