détériorer
détériorer
detɛʁjɔʁe
deteryawre
rediffuserferronnierredémarrerquadrupler

Ορισμός και σημασία του "détériorer"στα γαλλικά

détériorer
01

χειροτερεύω, βλάπτω

causer des dommages matériels ou fonctionnels à un objet ou un lieu 
détériorer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
détériore
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
détériorons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
détériorerai
ενεστώτα μετοχή
détériorant
παθητική μετοχή
détérioré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
détériorions
Παραδείγματα
Il a détérioré l'écran en le frappant accidentellement. 

Κατέστρεψε την οθόνη χτυπώντας την κατά λάθος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store