Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le désenchantement
01
απογοήτευση, αποθάρρυνση
état de mélancolie ou de lassitude existentielle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le désenchantement amoureux inspira ce poème.
Η απογοήτευση της αγάπης ενέπνευσε αυτό το ποίημα.
02
απογοήτευση, ψύξη
refroidissement progressif d'un attachement ou intérêt
Παραδείγματα
Son désenchantement envers le métier était palpable.
Η απογοήτευσή του απέναντι στο επάγγελμα ήταν αισθητή.



























