Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
désapprouver
01
αποδοκιμάζω, δυσαρεστούμαι
ne pas être d'accord avec une idée, une action ou une décision
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
désapprouve
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
désapprouvons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
désapprouverai
παθητική μετοχή
désapprouvé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
désapprouvions
Παραδείγματα
Ses parents désapprouvent son comportement.
Οι γονείς του δεν εγκρίνουν τη συμπεριφορά του.



























