Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
désapprouver
01
αποδοκιμάζω, δυσαρεστούμαι
ne pas être d'accord avec une idée, une action ou une décision
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
désapprouve
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
désapprouvons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
désapprouverai
παθητική μετοχή
désapprouvé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
désapprouvions
Παραδείγματα
Il désapprouve les choix politiques du gouvernement.
Αυτός δεν εγκρίνει τις πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης.



























