Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
désappointer
01
απογοητεύω, αποθαρρύνω
causer de la déception ou de la frustration à quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
désappointe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
désappointons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
désappointerai
ενεστώτα μετοχή
désappointant
παθητική μετοχή
désappointé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
désappointions
Παραδείγματα
Son échec a désappointé ses parents.
Η αποτυχία του απογοήτευσε τους γονείς του.



























