désaltérer
désaltérer
dezalteʁe
dezaltere

Ορισμός και σημασία του "désaltérer"στα γαλλικά

désaltérer
01

καταπραΰνει τη δίψα, απαλύνει τη δίψα

calmer la soif, apporter de l'eau ou une boisson 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
désaltère
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
désaltérons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
désaltérerai
παθητική μετοχή
désaltéré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
désaltérions
Παραδείγματα
Cette eau fraîche désaltère bien après une longue marche. 

Αυτό το δροσερό νερό καταπραΰνει τη δίψα καλά μετά από έναν μακρύ περίπατο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store