Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
désaltérer
01
καταπραΰνει τη δίψα, απαλύνει τη δίψα
calmer la soif, apporter de l'eau ou une boisson
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
désaltère
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
désaltérons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
désaltérerai
παθητική μετοχή
désaltéré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
désaltérions
Παραδείγματα
Les fruits juteux désaltèrent naturellement.
Τα ζουμερά φρούτα δροσίζουν φυσικά τη δίψα.



























