déranger
Pronunciation
/deʀɑ̃ʒe/

Ορισμός και σημασία του "déranger"στα γαλλικά

déranger
01

مزاحمت ایجاد کردن, مزاحم شدن

γραμματικές πληροφορίες
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
ενεστώτα μετοχή
dérangeant
παθητική μετοχή
dérangé
02

وضع (چیزی را) بهم ریختن, به هم ریختن

Παραδείγματα
Le chat a dérangé tous les coussins du canapé
03

خود را به زحمت انداختن, زحمت کشیدن

Παραδείγματα
Ne vous dérangez pas.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store