Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
déranger
01
مزاحمت ایجاد کردن, مزاحم شدن
γραμματικές πληροφορίες
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
ενεστώτα μετοχή
dérangeant
παθητική μετοχή
dérangé
02
وضع (چیزی را) بهم ریختن, به هم ریختن
Παραδείγματα
Le chat a dérangé tous les coussins du canapé
03
خود را به زحمت انداختن, زحمت کشیدن
Παραδείγματα
Ne vous dérangez pas.



























