Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La dépense
[gender: feminine]
01
διάθεση, έξοδο
somme d'argent utilisée pour payer un bien ou un service
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
dépenses
Παραδείγματα
Leur principale dépense est le remboursement du prêt.
Το κύριο έξοδό τους είναι η αποπληρωμή του δανείου.
02
δαπάνη, κατανάλωση
utilisation ou consommation de ressources (énergie, temps, effort)
Παραδείγματα
La dépense de chaleur est bien régulée dans ce système.
Η δαπάνη θερμότητας ρυθμίζεται καλά σε αυτό το σύστημα.



























