Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
démanger
01
φαγούρα, προκαλώ φαγούρα
ressentir une irritation qui donne envie de se gratter
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
démange
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
démangeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
démangerai
ενεστώτα μετοχή
démangeant
παθητική μετοχή
démangé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
démangions
Παραδείγματα
Cette piqûre d'insecte me démange beaucoup.
Αυτό το τσίμπημα εντόμου με εκνευρίζει πολύ.
02
φαγούρα, λαχταρώ
avoir envie ou ressentir un désir pour quelque chose
Παραδείγματα
Il démange de réussir ce projet important.
Τον κνησάει να πετύχει σε αυτό το σημαντικό έργο.



























