Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
démanger
01
φαγούρα, προκαλώ φαγούρα
ressentir une irritation qui donne envie de se gratter
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
démange
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
démangeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
démangerai
ενεστώτα μετοχή
démangeant
παθητική μετοχή
démangé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
démangions
Παραδείγματα
Les éruptions cutanées peuvent démanger intensément.
Τα εξανθήματα του δέρματος μπορούν να φαγούρα έντονα.
02
φαγούρα, λαχταρώ
avoir envie ou ressentir un désir pour quelque chose
Παραδείγματα
Tu démanges d' acheter cette nouvelle voiture.
Σε τρώει να αγοράσεις αυτό το καινούριο αυτοκίνητο.



























