la délinquance
délinquance
delɛ̃kɑ̃s
delekaas

Ορισμός και σημασία του "délinquance"στα γαλλικά

La délinquance
01

εγκληματικότητα, παραβατικότητα

comportement de ceux qui commettent des infractions ou des crimes 
la délinquance definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La délinquance juvénile inquiète beaucoup les autorités. 

Η νεανική εγκληματικότητα ανησυχεί πολύ τις αρχές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store