Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La délinquance
[gender: feminine]
01
εγκληματικότητα, παραβατικότητα
comportement de ceux qui commettent des infractions ou des crimes
Παραδείγματα
La délinquance urbaine pose de nombreux problèmes sociaux.
Η αστική εγκληματικότητα προκαλεί πολλά κοινωνικά προβλήματα.



























