Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le dégradé
01
κούρεμα με στρώσεις, βαθμιαίο κούρεμα
coupe de cheveux où les longueurs varient progressivement du plus court au plus long
02
βαθμίδωση, μετάβαση χρώματος
transition progressive d'une couleur à une autre ou d'une teinte claire à foncée
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
dégradés



























